fbpx
Επιλογή Σελίδας

Ένα στα οκτώ ζευγάρια αντιμετωπίζει δυσκολία στην προσπάθεια απόκτησης παιδιού. Η υπογονιμότητα ορίζεται συνήθως ως η αδυναμία σύλληψης μετά από 12 μήνες ελεύθερων, χωρίς προφυλάξεις, ερωτικών επαφών.

Ιδιαίτερη πρόκληση μπορεί να αποτελεί η τεκνοποίηση για εκείνους που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, μιας και δεν είναι σπάνια η διάγνωση των δύο κύριων τύπων του διαβήτη στην αναπαραγωγική ηλικία.
Οι δύο κύριοι τύποι διαβήτη είναι ο διαβήτης τύπου 1 (περίπου 10% των περιπτώσεων), όπου απαιτείται εξ αρχής ινσουλινοθεραπεία και ο διαβήτης τύπου 2 (περίπου 90% των περιπτώσεων) που σχετίζεται με την παχυσαρκία και τον κακό τρόπο ζωής που ακολουθεί ο σύγχρονος άνθρωπος, στον οποίο η ινσουλίνη απαιτείται συνήθως σε μεταγενέστερο στάδιο.

Γονιμότητα & διαβήτης τύπου 2

Τα μεταβαλλόμενα πρότυπα διατροφής και ο σύγχρονος τρόπος ζωής έχουν αυξήσει τη συχνότητα της παχυσαρκίας, αυξάνοντας παράλληλα την εμφάνιση του προδιαβήτη και του διαβήτη τύπου 2 κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Συσχέτιση έχει εντοπιστεί μεταξύ του διαβήτη τύπου 2 και της γονιμότητας λόγω μεταβολών στη διάρκεια του εμμηνορρησιακού κύκλου και στην ηλικία έναρξης της εμμηνόπαυσης.

Αυτή η συσχέτιση μπορεί να εξηγηθεί λόγω της σύνδεσης του διαβήτη με το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών (ΣΠΩ/PCOS), την πιο κοινή ορμονική διαταραχή μεταξύ των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, που αποτελεί και βασική αιτία υπογονιμότητας.

Τόσο το ΣΠΩ όσο και ο διαβήτης τύπου 2 παρουσιάζουν τους ίδιους παράγοντες κινδύνου, όπως παχυσαρκία, δυσλιπιδαιμία και υπερινσουλιναιμία.

Η υπερινσουλιναιμία προκύπτει από την αντίσταση στην ινσουλίνη, που είναι μια ορμόνη που παράγεται στο πάγκρεας και ρυθμίζει τα επίπεδα της γλυκόζης (σακχάρου) του αίματος. Όταν ένα άτομο χρειάζεται υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης για να διατηρεί στα φυσιολογικά όρια τα επίπεδα της γλυκόζης, θεωρούμε ότι παρουσιάζει αντίσταση στην ινσουλίνη.

Η αντίσταση στην ινσουλίνη, με τη σειρά της, διεγείρει την αυξημένη έκκριση των λειτουργικών ανδρογόνων. Τα λειτουργικά ανδρογόνα επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα των ωαρίων, ενώ εμποδίζουν και την ωορρηξία. Έτσι, οι γυναίκες συχνά έχουν ολιγομηνόρροια (μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ δύο περιόδων) ή ακόμα και αμηνόρροια (δεν έχουν περίοδο για αρκετούς μήνες συνεχόμενα).

Οι γυναίκες με ΣΠΩ έχουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση μειωμένης ανοχής στη γλυκόζη και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 -ακόμη και σε νεαρή ηλικία- ενώ η διάγνωση του Συνδρόμου είναι εξαιρετικά συχνή σε γυναίκες με διαβήτη τύπου 2.
Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον το 10% των γυναικών με ΣΠΩ εκδηλώνουν τελικά διαβήτη τύπου 2, καθώς και ότι σχεδόν μία στις τρεις γυναίκες με διαβήτη τύπου 2 έχουν και ΣΠΩ.

Τον ρόλο της αντίστασης στην ινσουλίνη στην παθογένεια του συνδρόμου των πολυκυστικών ωοθηκών μαρτυρά και το γεγονός ότι η μετφορμίνη, φάρμακο πρώτης γραμμής για τον σακχαρώδη διαβήτη, χρησιμοποιείται ευρέως και σαν αγωγή ευαισθητοποίησης στην ινσουλίνη και ως βοήθημα γονιμότητας για γυναίκες με ΣΠΩ.

Μελέτες δείχνουν ότι οι γυναίκες με αυξημένο δείκτη μάζας σώματος (που αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών με τύπου 2 διαβήτη) που επιθυμούν εγκυμοσύνη, βιώνουν μεγαλύτερους χρόνους μέχρι τη σύλληψη, κάτι που δε σχετίζεται με την ηλικία τους, αλλά με την επίπτωση της παχυσαρκίας στην ποσότητα των ωαρίων και στο περιβάλλον των ωοθηκών.

Όταν υφίσταται συνύπαρξη διαβήτη και παχυσαρκίας, η υπογονιμότητα μπορεί να οφείλεται, επίσης, στη σεξουαλική δυσλειτουργία που προκαλούν η ξηρότητα κόλπου, οι μυκητιάσεις και οι φλεγμονές, η συχνή επίπτωση της κατάθλιψης και η χορήγηση ορισμένων φαρμάκων, παράγοντες που ενδέχεται να κάνουν τη σεξουαλική επαφή επώδυνη και άρα μη επιθυμητή.

 

Γονιμότητα & διαβήτης τύπου 1

Έχει παρατηρηθεί ότι οι γυναίκες με διαβήτη τύπου 1 μπορεί να συλλάβουν συχνά με φυσικό τρόπο, αλλά η πάθησή τους σχετίζεται με μειωμένο αριθμό κυήσεων και μικρότερο αριθμό τέκνων.

Το ΣΠΩ που προαναφέρθηκε, εμφανίζεται σε μία στις τέσσερις γυναίκες με διαβήτη τύπου 1. Στην πραγματικότητα, η διάγνωση του ΣΠΩ είναι μια από τις πιο συχνές συννοσηρότητες για τις γυναίκες με τύπου 1 διαβήτη.

 

Ο ρόλος της αυτοανοσίας

Οι αυτοάνοσες ασθένειες, συμπεριλαμβανομένης της ωοθηκίτιδας, της ορχίτιδας και του υποθυρεοειδισμού, είναι γνωστές αιτίες υπογονιμότητας.  Ο διαβήτης τύπου 1 και οι αυτοάνοσες νόσοι του θυρεοειδούς (θυρεοειδίτιδα Hashimoto, νόσος Graves) εμφανίζονται συχνά στην ίδια οικογένεια ή/ και στο ίδιο άτομο.

Οι αλλαγές του εμμηνορρυσιακού κύκλου που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με θυρεοειδίτιδα Hashimoto περιλαμβάνουν μείωση της διάρκειας του κύκλου, με μεγαλύτερη διάρκεια περιόδου και δυσμηνόρροια. Ο επιπολασμός της αυτοανοσίας του θυρεοειδούς είναι σημαντικά υψηλότερος μεταξύ των υπογόνιμων γυναικών.

Ένας άλλος κίνδυνος είναι η πρόωρη (πριν τα 40) εμμηνόπαυση, που προκαλείται από ειδικά αντιωοθηκικά αντισώματα και μπορεί να παρουσιάζεται στα πλαίσια ενός πολυαδενικού συνδρόμου μαζί με τον διαβήτη τύπου 1.

Η διερεύνηση της υπογονιμότητας σε γυναίκες με διαβήτη, επομένως, θα πρέπει να περιλαμβάνει τον έλεγχο της λειτουργίας των ωοθηκών, του θυρεοειδούς και των επινεφριδίων.

 

Σακχαρώδης διαβήτης και κίνδυνος αποβολών

Η ύπαρξη του διαβήτη μπορεί να εμποδίζει το έμβρυο να εμφυτευτεί φυσιολογικά στη μήτρα. Δηλαδή, υπάρχουν στοιχεία ότι ο διαβήτης μπορεί να μην εμποδίζει μόνο τη σύλληψη, αλλά και τη συνέχιση της εγκυμοσύνης, καθώς τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης έχει αναφερθεί ότι αυξάνουν τις πιθανότητες αποβολής κατά 30-60%.

 

Σακχαρώδης διαβήτης και ανδρική υπογονιμότητα

Η υπογονιμότητα στους άνδρες σχετίζεται με τις επιπλοκές που προκαλούν τα υψηλά επίπεδα του σακχάρου στο αίμα ή ο πολυετής διαβήτης.

Οι επιπλοκές αυτές σχετίζονται κυρίως με την περιφερειακή νευροπάθεια και αγγειοπάθεια, δηλαδή από τη βλάβη που προκαλεί ο διαβήτης στα νεύρα και στα αγγεία.

Συνέπεια των βλαβών αυτών μπορεί να είναι, για παράδειγμα, η παλίνδρομη εκσπερμάτιση και η στυτική δυσλειτουργία.

Η παλίνδρομη εκσπερμάτιση είναι μία διαταραχή κατά την οποία το σπέρμα αντί να αποβληθεί μέσω της ουρήθρας προς το εξωτερικό περιβάλλον, βρίσκει διέξοδο προς την ουροδόχο κύστη. Αυτό οφείλεται σε βλάβη που προκαλείται στα νεύρα που ελέγχουν τους μυς της κύστεως, με συνέπεια να μην κλείνει η έξοδός της (αυχένας) προς την ουρήθρα. Όταν ο άνδρας έχει παλίνδρομη εκσπερμάτιση, συχνά βλέπει σπέρμα στα ούρα του.

Εκτιμάται ότι περίπου το 35-75% των ανδρών με διαβήτη θα εμφανίσουν κάποιο βαθμό στυτικής δυσλειτουργίας (δηλαδή αδυναμία επίτευξης και διατήρησης στύσης). Επίσης, οι άνδρες με διαβήτη τείνουν να αναπτύξουν στυτική δυσλειτουργία 10-15 χρόνια νωρίτερα από τους άνδρες χωρίς διαβήτη. Αυτό που κάνει τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας ιδιαίτερα δύσκολη είναι ότι η κατάσταση προκαλεί συχνά κατάθλιψη και σε πολλές περιπτώσεις, η κατάθλιψη και το άγχος μπορούν να την επιδεινώσουν.

Οι άνδρες με διαβήτη τύπου 1 και 2 μπορεί να αντιμετωπίζουν, επιπρόσθετα, προβλήματα με την κινητικότητα και την ποιότητα του σπέρματος, αλλά και μειωμένη παραγωγή σπέρματος. Τα σπερματοζωάριά τους τείνουν να έχουν επίσης πολύ περισσότερες βλάβες στο γενετικό υλικό τους (DNA), όπως ο κατακερματισμός του DNA, οι διαγραφές του μιτοχονδριακού DNA κ.λ.π. Οι βλάβες αυτές επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα και τη λειτουργικότητα των σπερματοζωαρίων, με συνέπεια να δυσκολεύουν τη γονιμοποίηση.

Άλλοι μελετητές αναφέρουν ότι τα επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα επηρεάζουν μορφολογικά χαρακτηριστικά των σπερματοζωαρίων, όπως το ακροσωμάτιο (μία δομή στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων). Έτσι, σε περίπτωση αντίστασης ή ανεπάρκειας ινσουλίνης, η μορφολογία πολλών σπερματοζωαρίων είναι παθολογική, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η είσοδός τους στο ωάριο και κατ’ επέκταση η γονιμοποίηση.

Ειδικά στους παχύσαρκους άνδρες με σακχαρώδη διαβήτη μπορεί επίσης να υπάρξει διαταραχή στη λειτουργία των όρχεων, με συνέπεια τον υπογοναδισμό, δηλαδή την ανεπαρκή παραγωγή τεστοστερόνης.

Εάν ο αρρύθμιστος διαβήτης προκαλέσει βλάβη στα νεύρα του πέους, μία άλλη πιθανή συνέπεια μπορεί να είναι η καθυστερημένη εκσπερμάτιση, δηλαδή η δυσκολία ή αδυναμία του άνδρα να φτάσει στον οργασμό και την εκσπερμάτιση.

 

Γιατί είναι σημαντική η καλή ρύθμιση του διαβήτη

Τα παραπάνω δεν αναφέρονται για να προκαλέσουν άγχος σε γυναίκες που βρίσκονται σε ηλικία τεκνοποίησης. Άλλωστε, πολλές γυναίκες με διαβήτη έχουν ομαλές εγκυμοσύνες και αποκτούν υγιή μωρά. Απλώς, τονίζεται ότι η ικανότητα σύλληψης θα μπορούσε να επηρεαστεί από τον διαβήτη.

Η βελτίωση της διατροφής, η συστηματική άσκηση, η ρύθμιση του σωματικού βάρους, η τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής και ο βέλτιστος γλυκαιμικός έλεγχος πριν από την εγκυμοσύνη είναι όλα σημαντικά για κάθε άτομο που πάσχει από διαβήτη και ενδιαφέρεται να τεκνοποιήσει.
Όσο καλύτερος ο έλεγχος αυτών των παραγόντων, τόσο περισσότερες οι πιθανότητες για σύλληψη. Η καλά ελεγχόμενη γλυκόζη αίματος οδηγεί σε:

  • Πιο τακτική έμμηνο ρύση και βελτιωμένη ωορρηξία
  • Αυξημένη λίμπιντο
  • Μείωση πιθανότητας στυτικής δυσλειτουργίας
  • Αυξημένη παραγωγή τεστοστερόνης για τους άνδρες
  • Μειωμένη πιθανότητα αποβολής και μακροσωμίας (μεγάλο μέγεθος νεογνού)

 

Ιδανικά, η καλύτερη περίοδος για να αρχίσετε τις προσπάθειες τεκνοποίησης είναι όταν ο διαβήτης σας είναι καλά ρυθμισμένος. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η γυναίκα με διαβήτη τύπου 1 ή τύπου 2 πρέπει να συμβουλεύεται για πρώτη φορά τον ιατρό της τουλάχιστον 3-6 μήνες πριν αρχίσει τις προσπάθειες σύλληψης.

Τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος όσον αφορά την κατανόηση και τη θεραπεία των καταστάσεων που προκαλούν υπογονιμότητα στα άτομα με διαβήτη. Με τη συνεργασία των σχετικών ειδικοτήτων ενδοκρινολόγου – διαβητολόγου, ουρολόγου- ανδρολόγου και μαιευτήρα, τα ζητήματα που προκύπτουν μπορούν να διαγνωστούν και να αντιμετωπιστούν έγκαιρα.

 

Ευαγγελία Γιαζιτζόγλου MD, MSc (Επισκεφθείτε το προφίλ της ιατρού)
Eνδοκρινολόγος – Διαβητολόγος