Η υπογονιμότητα μετά τα 35 αφορά όλο και περισσότερες γυναίκες παγκοσμίως. Νέα εκτενής ανάλυση δεδομένων από 204 χώρες, η οποία δημοσιεύθηκε στο The Lancet Obstetrics, Gynaecology & Women’s Health τον Ιούλιο του 2026, αποτυπώνει την πορεία της υπογονιμότητας στις γυναίκες προχωρημένης αναπαραγωγικής ηλικίας, από 35 έως 49 ετών.
53,6 εκατομμύρια γυναίκες, ένας αριθμός που μεγαλώνει
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η υπογονιμότητα μετά τα 35 εξελίσσεται σε ένα σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας με παγκόσμιες διαστάσεις.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της μελέτης Global Burden of Disease (GBD) 2023, το 2023 περίπου 53,6 εκατομμύρια γυναίκες ηλικίας 35 έως 49 ετών παγκοσμίως αντιμετώπιζαν πρόβλημα υπογονιμότητας. Πρόκειται για την πρώτη τόσο εκτενή, παγκόσμια χαρτογράφηση του φαινομένου αποκλειστικά για αυτή την ηλικιακή ομάδα, η οποία και επιβαρύνεται δυσανάλογα σε σχέση με νεότερες γυναίκες, κυρίως λόγω της φυσιολογικής μείωσης του ωοθηκικού αποθέματος και της ποιότητας των ωαρίων με την πάροδο της ηλικίας.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής ομάδα από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Γυναικών και Παιδιών της Chongqing στην Κίνα σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ και το National University of Singapore, ανέλυσαν στοιχεία 33 ετών (1990–2023) από 204 χώρες και περιοχές, χρησιμοποιώντας δύο βασικούς δείκτες: τον ηλικιακά σταθμισμένο δείκτη επιπολασμού (ASPR) και τα «χαμένα χρόνια ζωής λόγω αναπηρίας» (DALYs), δηλαδή τον δείκτη που αποτυπώνει τον πραγματικό αντίκτυπο μιας πάθησης στην ποιότητα ζωής.
Μια τάση που δεν σταματά — και επιταχύνεται
Ο ηλικιακά σταθμισμένος επιπολασμός της υπογονιμότητας ανέβηκε από 6.001 ανά 100.000 γυναίκες το 1990 σε 6.907 ανά 100.000 το 2023, με μέση ετήσια αύξηση 0,45%. Ο αντίστοιχος δείκτης DALYs αυξήθηκε κατά 0,47% ετησίως την ίδια περίοδο. Τα νούμερα μπορεί να ακούγονται μικρά σε ετήσια βάση, όμως συσσωρευμένα σε τρεις δεκαετίες αντανακλούν μια σταθερή, παγκόσμια ανοδική πορεία.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα, ωστόσο, αφορά το μέλλον. Με τη χρήση προηγμένων στατιστικών μοντέλων πρόβλεψης (Bayesian age-period-cohort και ARIMA), οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο αριθμός των γυναικών 35–49 ετών με υπογονιμότητα θα φτάσει τα 79,64 εκατομμύρια έως το 2036 — αύξηση 48,6% σε σχέση με το 2023. Τα DALYs αναμένονται να αυξηθούν σχεδόν κατά το ίδιο ποσοστό. Η πιο απότομη άνοδος προβλέπεται στις γυναίκες 35–39 ετών, δηλαδή ακριβώς στην ηλικιακή ζώνη όπου πολλές γυναίκες σήμερα επιλέγουν —ή αναγκάζονται— να αναβάλουν την τεκνοποίηση.
Ποιες περιοχές του κόσμου επιβαρύνονται περισσότερο
Η γεωγραφική εικόνα δεν είναι ενιαία. Η Ανατολική Ασία καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό επιπολασμού παγκοσμίως (12.031 ανά 100.000), πιθανότατα λόγω του μεγάλου πληθυσμού, αλλά και ενός πιο ανεπτυγμένου συστήματος καταγραφής δεδομένων. Στον αντίποδα, η Αυστραλασία εμφανίζει το χαμηλότερο ποσοστό (523 ανά 100.000), κάτι που οι ερευνητές συνδέουν με την ανεπτυγμένη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και τον υγιεινότερο τρόπο ζωής.
Σε επίπεδο χωρών, η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό παγκοσμίως, ενώ το Νεπάλ το χαμηλότερο. Οι ταχύτερες αυξήσεις εντοπίζονται στον Ισημερινό και ευρύτερα στη Λατινική Αμερική, ενώ η πιο έντονη πτώση καταγράφεται στο Μαλάουι και σε περιοχές της Ανατολικής Υποσαχάριας Αφρικής, όπου ο πρώιμος γάμος και τα υψηλά ποσοστά φυσικής γονιμότητας παραμένουν κυρίαρχα.
Η ανισότητα δεν εξαφανίζεται — αλλάζει κατεύθυνση
Ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης είναι αυτό που οι ίδιοι οι ερευνητές αποκαλούν «επαναπροσανατολισμό» της ανισότητας. Το 1990, το βάρος της υπογονιμότητας ήταν μεγαλύτερο στις χώρες χαμηλού κοινωνικοδημογραφικού δείκτη (SDI). Έως το 2023, το χάσμα ανάμεσα σε χώρες χαμηλού και υψηλού SDI είχε μεν μειωθεί κατά 23,1%, όμως το σχετικό βάρος της νόσου έχει πλέον μετατοπιστεί προς τις πιο ανεπτυγμένες χώρες.
Με άλλα λόγια: η οικονομική ανάπτυξη και η πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη δεν εξαλείφουν αυτόματα το πρόβλημα — απλώς το μετατοπίζουν. Σε χώρες υψηλού εισοδήματος, η καθυστέρηση της τεκνοποίησης λόγω σπουδών, καριέρας και υψηλού κόστους ζωής συνδυάζεται με το υψηλό κόστος διαγνωστικού ελέγχου και υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, δημιουργώντας νέα εμπόδια πρόσβασης ακόμη και σε χώρες με ισχυρά συστήματα υγείας. Χαρακτηριστικό είναι ότι χώρες με ισχυρό κράτος πρόνοιας, όπως η Νορβηγία και η Σουηδία, εμφανίζουν χειρότερη επίδοση από αυτή που θα ανέμενε κανείς με βάση το επίπεδο ανάπτυξής τους.
Γιατί αυξάνεται η υπογονιμότητα μετά τα 35;
Οι ερευνητές αποδίδουν την παγκόσμια αυτή τάση σε έναν συνδυασμό παραγόντων:
• Συστηματική καθυστέρηση γάμου και τεκνοποίησης, καθώς όλο και περισσότερες γυναίκες ολοκληρώνουν σπουδές και χτίζουν επαγγελματική πορεία πριν επιχειρήσουν εγκυμοσύνη.
• Αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας και χρόνιου στρες, παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την αναπαραγωγική υγεία.
• Ευρύτερη πρόσβαση σε υποβοηθούμενη αναπαραγωγή (ART), η οποία —παραδόξως— οδηγεί σε καλύτερη ανίχνευση και καταγραφή περιστατικών που παλαιότερα έμεναν αδιάγνωστα.
• Αλλαγές στους κοινωνικούς ρόλους και στα πρότυπα οικογένειας, με τη γονιμότητα να μετατίθεται σταδιακά σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Στο πλαίσιο περαιτέρω ανάλυσης, η μελέτη εντόπισε επίσης χώρες με το μεγαλύτερο περιθώριο βελτίωσης —όπως η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, η Γκαμπόν και το Τζιμπουτί— καθώς και χώρες, όπως το Νεπάλ και το Μπενίν, που πλησιάζουν το θεωρητικά καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για το επίπεδο ανάπτυξής τους, χάρη σε αποτελεσματικές τοπικές πρακτικές.
(Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στον οδηγό μας για την ηλικία και τη γονιμότητα.)
Τι σημαίνει αυτό για τις γυναίκες σήμερα
Η υπογονιμότητα μετά τα 35 δεν σημαίνει ότι η εγκυμοσύνη είναι αδύνατη, αλλά ότι ο χρόνος και η έγκαιρη ενημέρωση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.
Πέρα από τους αριθμούς, η μελέτη αποτελεί μια υπενθύμιση με πρακτική αξία: η γονιμότητα μειώνεται σταδιακά με την ηλικία, και η αναμονή —όσο κατανοητή κι αν είναι λόγω σπουδών, καριέρας ή προσωπικών συνθηκών— αυξάνει στατιστικά την πιθανότητα δυσκολιών στη σύλληψη. Η έγκαιρη ενημέρωση, ο αναπαραγωγικός έλεγχος σε νεαρότερη ηλικία και η έγκαιρη αναζήτηση ειδικής συμβουλής, όταν υπάρχει ανησυχία, παραμένουν τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία που έχει στη διάθεσή της μια γυναίκα.
Οι ερευνητές τονίζουν επίσης τις οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις του προβλήματος: η υπογονιμότητα δεν επηρεάζει μόνο την ψυχική υγεία και τις σχέσεις, αλλά συνδέεται και με μειωμένη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στα εισοδήματα και στην επαγγελματική τους πορεία.
Τι προτείνουν οι ερευνητές
Η μελέτη καταλήγει σε συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής υγείας, οι οποίες αφορούν τόσο αναπτυγμένες όσο και αναπτυσσόμενες χώρες:
• Επέκταση της δημόσιας κάλυψης της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ώστε το κόστος να μην αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα.
• Ενσωμάτωση της αναπαραγωγικής υγείας στην πρωτοβάθμια φροντίδα, ώστε να γίνεται έγκαιρος έλεγχος πριν εμφανιστεί το πρόβλημα.
• Οικονομική στήριξη μέσω ασφαλιστικών προγραμμάτων ή στοχευμένων επιδοτήσεων.
• Επένδυση σε ψηφιακές πλατφόρμες υγείας και εκπαιδευμένο προσωπικό, ιδίως σε περιοχές με περιορισμένη πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες.
Οι ίδιοι οι συγγραφείς αναγνωρίζουν κάποιους περιορισμούς της μελέτης τους: τα δεδομένα από χώρες με ασθενέστερα συστήματα υγείας μπορεί να υποεκτιμούν την πραγματική εικόνα, ενώ η μελέτη δεν καλύπτει γυναίκες 50 έως 54 ετών —μια ηλικιακή ομάδα που, αν συμπεριλαμβανόταν, πιθανότατα θα αύξανε ακόμη περισσότερο το συνολικό μέγεθος του προβλήματος.
Επιστημονικός Υπεύθυνος ιστοσελίδας– ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΙΩΖΟΣ MRCOG – Μαιευτήρας – Χειρουργός Γυναικολόγος. Μέλος Βρετανικού Κολεγίου Μαιευτήρων Γυναικολόγων. Εξειδίκευση στην Υπογονιμότητα και στην Ανθρώπινη Αναπαραγωγή.
Το συμπέρασμα
Η αύξηση που παρουσιάζει η υπογονιμότητα μετά τα 35 αναδεικνύει την ανάγκη για έγκαιρη ενημέρωση, πρόσβαση σε εξειδικευμένη φροντίδα και ρεαλιστικό οικογενειακό προγραμματισμό.
Η υπογονιμότητα σε γυναίκες προχωρημένης αναπαραγωγικής ηλικίας δεν είναι πλέον ένα «περιθωριακό» ζήτημα, αλλά ένα ταχέως διογκούμενο παγκόσμιο πρόβλημα δημόσιας υγείας, που αφορά εξίσου αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες. Η μελέτη του Lancet Obstetrics, Gynaecology & Women’s Health δίνει για πρώτη φορά μια τόσο ολοκληρωμένη εικόνα του φαινομένου και θέτει το ζήτημα ψηλά στην ατζέντα της παγκόσμιας υγειονομικής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια. Για τη μεμονωμένη γυναίκα, το μήνυμα είναι απλό: η ενημέρωση για την αναπαραγωγική υγεία δεν πρέπει να αναβάλλεται.
Πηγή: Du Y, Wang F, Zhou W, Deng H, et al. “Epidemiological trends, disparities, and developmental correlates of infertility in women of advanced maternal age, 1990–2023: a comprehensive analysis within the GBD framework.” The Lancet

