Μετά από δύο ή περισσότερες αποβολές, η ανάγκη για μια απάντηση είναι απολύτως ανθρώπινη.
Όμως ο σωστός έλεγχος δεν είναι η μεγαλύτερη δυνατή λίστα εξετάσεων. Είναι ένα σταδιακό, εξατομικευμένο πλάνο που αναζητά όσα μπορούν πράγματι να εξηγήσουν την απώλεια ή να αλλάξουν την επόμενη ιατρική απόφαση.
«Μήπως δεν ψάξαμε αρκετά;» είναι μια από τις πιο συχνές σκέψεις μετά από μια νέα απώλεια κύησης. Συχνά ακολουθεί ένας φάκελος με εξετάσεις για θρομβοφιλία, ανοσολογικούς δείκτες, ορμόνες, λοιμώξεις και γενετικές παραλλαγές. Το πρόβλημα είναι ότι περισσότερες εξετάσεις δεν σημαίνουν απαραίτητα περισσότερη γνώση. Μπορεί να φέρουν τυχαία ή αμφίβολα ευρήματα, επιπλέον άγχος, κόστος και θεραπείες χωρίς αποδεδειγμένο όφελος.
Οι νεότερες οδηγίες της American Society for Reproductive Medicine (ASRM, 2026), μαζί με τις ευρωπαϊκές οδηγίες της ESHRE και τις συστάσεις του RCOG, συγκλίνουν σε μια πιο στοχευμένη προσέγγιση. Υπάρχουν, ωστόσο, ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους. Γι’ αυτό η λέξη-κλειδί δεν είναι «πακέτο», αλλά κλινική ένδειξη.
Στο άρθρο θα διαβάσετε:
• Πότε μιλάμε για επαναλαμβανόμενες αποβολές
• Ποιες εξετάσεις αποτελούν τον βασικό έλεγχο
• Ποιες εξετάσεις χρειάζονται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις
• Ποιες εξετάσεις δεν συνιστώνται ως ρουτίνα
• Συχνές ερωτήσεις
Τι σημαίνει «επαναλαμβανόμενες αποβολές»;
Δεν χρησιμοποιούν όλοι οι επιστημονικοί οργανισμοί ακριβώς τον ίδιο ορισμό. Η ASRM και η ESHRE θεωρούν ότι η διερεύνηση μπορεί να αρχίσει μετά την απώλεια δύο ή περισσότερων κυήσεων. Η βρετανική RCOG διατηρεί ως τυπικό ορισμό τις τρεις αποβολές του πρώτου τριμήνου, αλλά ενθαρρύνει τον γιατρό να ξεκινήσει σχολαστικότερο έλεγχο ήδη μετά τις δύο, όταν το ιστορικό δημιουργεί υποψία ότι οι απώλειες δεν είναι απλώς τυχαίες.
Στη νεότερη θέση της ASRM, αρκεί η κύηση να είχε επιβεβαιωθεί με εξέταση ούρων ή αίματος για β χοριακή. Δηλαδή, μπορούν να συνυπολογιστούν και οι λεγόμενες βιοχημικές κυήσεις, ακόμη και χωρίς υπερηχογραφική επιβεβαίωση.
Οι εξωμήτριες και οι μύλεις κυήσεις δεν περιλαμβάνονται στον συγκεκριμένο ορισμό και απαιτούν διαφορετική αξιολόγηση.1
Το πότε ακριβώς θα ξεκινήσει ο έλεγχος εξαρτάται επίσης από:
• την ηλικία και των δύο συντρόφων, με ιδιαίτερη βαρύτητα στην ηλικία των ωαρίων,
• την εβδομάδα στην οποία συνέβη κάθε απώλεια,
• αν οι αποβολές ήταν συνεχόμενες ή μεσολάβησε γέννηση,
• αν είχε καταγραφεί καρδιακή λειτουργία ή αν υπήρχε γενετικό αποτέλεσμα από το υλικό,
• το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό θρόμβωσης, αυτοάνοσου νοσήματος ή γενετικής πάθησης,
• την ύπαρξη υπογονιμότητας, ακανόνιστου κύκλου ή άλλων συμπτωμάτων.
Η συχνότερη αιτία δεν είναι κάτι που έκανε η γυναίκα
Περίπου το 50%–60% των αποβολών του πρώτου τριμήνου (ή και περισσότερο) οφείλεται σε χρωμοσωμική ανωμαλία του εμβρύου. Πρόκειται συνήθως για ένα τυχαίο λάθος στον αριθμό των χρωμοσωμάτων — αυτό που οι γιατροί ονομάζουν ανευπλοειδία — και η πιθανότητά του αυξάνεται με την ηλικία των ωαρίων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επαναλαμβανόμενη αποβολή είναι «τυχαία». Σημαίνει, όμως, ότι το πρώτο ερώτημα πρέπει συχνά να είναι τι συνέβη στη συγκεκριμένη κύηση και όχι να θεωρούμε εξαρχής ότι υπάρχει μια μόνιμη διαταραχή στον οργανισμό της γυναίκας.
Η αποβολή δεν προκαλείται από μια συνηθισμένη κίνηση, μια αγχωτική ημέρα ή επειδή κάποιος «δεν πρόσεξε αρκετά». Η αναζήτηση αιτίας δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αναζήτηση ευθύνης.
Οι εξετάσεις για επαναλαμβανόμενες αποβολές με την ισχυρότερη ένδειξη
1. Γενετική ανάλυση του υλικού της αποβολής
Η σημαντικότερη αλλαγή στη νέα οδηγία της ASRM είναι η έμφαση στη χρωμοσωμική εξέταση του υλικού της αποβολής. Η εταιρεία προτείνει να προσφέρεται από τη δεύτερη αποβολή, όταν υπάρχει κατάλληλο δείγμα. Προτιμώνται τεχνικές βασισμένες σε μικροσυστοιχίες (chromosomal microarray), επειδή δεν απαιτούν καλλιέργεια κυττάρων και έχουν τεχνικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τον παραδοσιακό καρυότυπο.1
Η εξέταση μπορεί:
• να δείξει αν η απώλεια εξηγείται από μια συνήθως τυχαία χρωμοσωμική ανωμαλία,
• να βοηθήσει τον γιατρό να αποφασίσει αν χρειάζεται περαιτέρω έλεγχος,
• να οδηγήσει σε γενετική συμβουλευτική, αν βρεθεί δομική χρωμοσωμική ανωμαλία,
• να μειώσει την αυτο-κατηγορία, δίνοντας μια βιολογική εξήγηση για την απώλεια.
Δεν δίνει πάντοτε αποτέλεσμα και δεν ανιχνεύει κάθε πιθανό γενετικό πρόβλημα. Υπάρχει επίσης κίνδυνος επιμόλυνσης του δείγματος με μητρικά κύτταρα. Αν η συλλογή πρόκειται να γίνει μετά από φαρμακευτική ή αυτόματη αποβολή στο σπίτι, χρειάζεται συνεννόηση με την κλινική και το εργαστήριο εκ των προτέρων για τον σωστό περιέκτη, τη φύλαξη και τη μεταφορά.
Σημαντική διαφορά οδηγιών: η ASRM το 2026 προτείνει να προσφέρεται ο έλεγχος ήδη στη δεύτερη αποβολή. Η RCOG τοποθετεί την εξέταση ρουτίνας κυρίως στην τρίτη και στις επόμενες αποβολές ή σε απώλεια δεύτερου τριμήνου. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η απόφαση χρειάζεται συζήτηση με τον θεράποντα γιατρό.
2. Έλεγχος της ανατομίας και της κοιλότητας της μήτρας
Η μορφή της μήτρας και η κατάσταση της ενδομήτριας κοιλότητας πρέπει να αξιολογούνται σε γυναίκες με ανεξήγητες επαναλαμβανόμενες αποβολές. Ο έλεγχος μπορεί να αναδείξει συγγενείς ανωμαλίες, όπως διάφραγμα ή επίκτητα προβλήματα, όπως υποβλεννογόνια ινομυώματα, πολύποδες και ενδομήτριες συμφύσεις.
Ανάλογα με το ιστορικό και τη διαθεσιμότητα, χρησιμοποιούνται:
• διακολπικό τρισδιάστατο υπερηχογράφημα (3D), το οποίο η ESHRE και η RCOG προκρίνουν για τις συγγενείς ανωμαλίες,
• υπερηχογράφημα με έγχυση φυσιολογικού ορού (sonohysterography),
• υστεροσαλπιγγογραφία, ιδίως όταν χρειάζεται να ελεγχθεί και η βατότητα των σαλπίγγων,
• υστεροσκόπηση, όταν χρειάζεται άμεση επισκόπηση της κοιλότητας ή πιθανή θεραπευτική παρέμβαση.
Το ότι εντοπίστηκε ένα εύρημα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ευθύνεται για τις αποβολές ή ότι πρέπει να χειρουργηθεί. Για παράδειγμα, το όφελος της επέμβασης σε ινομυώματα που δεν παραμορφώνουν την κοιλότητα της μήτρας δεν έχει αποδειχθεί. Ακόμη και για το διάφραγμα της μήτρας, η απόφαση χρειάζεται εξατομίκευση και κοινή στάθμιση οφέλους και κινδύνων.
3. Έλεγχος για αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο
Το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο (APS) είναι επίκτητη αυτοάνοση θρομβοφιλία και μία από τις λίγες αιτίες επαναλαμβανόμενων αποβολών για τις οποίες υπάρχει συγκεκριμένη θεραπευτική στρατηγική. Οι βασικές εξετάσεις είναι:
• αντιπηκτικό λύκου (lupus anticoagulant),
• αντικαρδιολιπινικά αντισώματα IgG και IgM,
• αντισώματα έναντι β2-γλυκοπρωτεΐνης Ι IgG και IgM.
Ένα μεμονωμένο θετικό αποτέλεσμα δεν αρκεί για τη διάγνωση. Τα αντισώματα πρέπει συνήθως να παραμένουν θετικά σε επαναληπτική μέτρηση, σε χρονική απόσταση που ορίζει ο γιατρός, και να συνδυάζονται με τα κατάλληλα κλινικά κριτήρια.
Η ESHRE συνιστά τον έλεγχο των βασικών αντιφωσφολιπιδικών αντισωμάτων μετά από δύο απώλειες. Η ASRM του 2026 υιοθετεί πιο στοχευμένη προσέγγιση, ιδίως όταν πληρούνται κλινικά κριτήρια για APS — όπως τρεις συνεχόμενες πρώιμες απώλειες ή ατομικό ιστορικό θρόμβωσης. Η επιλογή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον αριθμό και τη χρονική στιγμή των απωλειών, καθώς και ολόκληρο το ιστορικό.
Όταν υπάρχει επιβεβαιωμένο μαιευτικό APS, η ασπιρίνη χαμηλής δόσης σε συνδυασμό με ηπαρίνη μπορεί να έχει ένδειξη υπό ιατρική παρακολούθηση. Ασπιρίνη ή ηπαρίνη «για καλό και για κακό» δεν συνιστώνται όταν ο έλεγχος είναι αρνητικός ή όταν δεν πληρούνται τα κριτήρια του συνδρόμου.13
Εξετάσεις που έχουν ένδειξη μόνο σε συγκεκριμένο ιστορικό
Θυρεοειδής: TSH για όλες ή μόνο όταν υπάρχει ένδειξη;
Εδώ οι κατευθυντήριες οδηγίες δεν είναι απόλυτα ταυτόσημες. Η ESHRE και η RCOG προτείνουν έλεγχο θυρεοειδικής λειτουργίας με TSH και αντισώματα θυρεοειδικής υπεροξειδάσης (anti-TPO) στις γυναίκες με επαναλαμβανόμενες αποβολές. Η ASRM του 2026 προτείνει πιο στοχευμένη μέτρηση TSH, όταν υπάρχουν συμπτώματα ή παράγοντες κινδύνου, όταν δεν εξετάστηκε το υλικό της αποβολής ή όταν καταγράφηκε αποβολή χρωμοσωμικά φυσιολογικού εμβρύου.Η θεραπεία του σαφούς υποθυρεοειδισμού είναι σημαντική πριν από νέα κύηση. Αντίθετα, η θυροξίνη δεν συνιστάται ως ρουτίνα μόνο και μόνο επειδή τα anti-TPO είναι θετικά, όταν η γυναίκα έχει φυσιολογική θυρεοειδική λειτουργία. Το αποτέλεσμα πρέπει να ερμηνεύεται μαζί με την TSH, την ελεύθερη T4, τα συμπτώματα και τον σχεδιασμό της επόμενης εγκυμοσύνης.
Σάκχαρο και γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c)
Ο αρρύθμιστος σακχαρώδης διαβήτης αυξάνει τους κινδύνους της κύησης. Η HbA1c έχει πραγματική ένδειξη όταν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου ή συμπτώματα: αυξημένο βάρος, οικογενειακό ιστορικό, ηλικία άνω των 40 ετών, σύνδρομο πολυστηκτικών ωοθηκών, προηγούμενος διαβήτης κύησης ή γνωστή διαταραχή γλυκόζης. Δεν είναι «ειδικός δείκτης αποβολών», αλλά εξέταση γενικής υγείας που μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την προετοιμασία πριν από τη σύλληψη.
Προλακτίνη
Η προλακτίνη δεν χρειάζεται να μετράται σε όλες τις γυναίκες με αποβολές. Είναι χρήσιμη όταν συνυπάρχουν ενδείξεις υπερπρολακτιναιμίας, όπως ακανόνιστη ή αποούσα ωορρηξία και έκκριση γάλακτος από το στήθος εκτός γαλουχίας. Ένα οριακό αποτέλεσμα απαιτεί προσεκτική επανάληψη, επειδή το άγχος, η ώρα της αιμοληψίας και ορισμένα φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν την τιμή.
Χρόνια ενδομητρίτιδα
Η χρόνια ενδομητρίτιδα είναι επίμονη φλεγμονή του ενδομητρίου και συχνά δεν προκαλεί χαρακτηριστικά συμπτώματα. Η ASRM θεωρεί ότι βιοψία ενδομητρίου με χρώση CD138 μπορεί να εξεταστεί σε ανεξήγητες επαναλαμβανόμενες αποβολές ή όταν συνυπάρχει υπογονιμότητα. Δεν πρόκειται, όμως, για εξέταση πρώτης γραμμής για όλες, ούτε υπάρχουν ακόμη οριστικά δεδομένα ότι η θεραπεία βελτιώνει το ποσοστό γέννησης σε κάθε περίπτωση.
Καρυότυπος και των δύο συντρόφων
Ο καρυότυπος αίματος αναζητά ισορροπημένες δομικές αναδιατάξεις χρωμοσωμάτων, όπως μια μετάθεση. Ένας φορέας μπορεί να είναι απολύτως υγιής, αλλά να δημιουργεί ορισμένα έμβρυα με μη ισορροπημένο γενετικό υλικό.
Σήμερα δεν θεωρείται αυτονόητο ότι κάθε ζευγάρι πρέπει να κάνει καρυότυπο από την πρώτη στιγμή. Η ένδειξη είναι ισχυρότερη όταν:
• η γενετική εξέταση της αποβολής έδειξε μη ισορροπημένη δομική ανωμαλία,
• δεν υπήρξε διαθέσιμο ή επιτυχώς εξετασμένο υλικό αποβολής,
• υπάρχει σχετικό οικογενειακό ιστορικό ή προηγούμενη κύηση/γέννηση με χρωμοσωμική ανωμαλία.
Αν βρεθεί αναδιάταξη, το επόμενο βήμα δεν είναι αυτομάτως η εξωσωματική. Χρειάζεται γενετική συμβουλευτική για τις πιθανότητες φυσικής σύλληψης, προγεννητικού ελέγχου, εξωσωματικής με προεμφυτευτικό γενετικό έλεγχο για δομικές αναδιατάξεις (PGT-SR) και τις πραγματικές πιθανότητες κάθε επιλογής.
Έλεγχος του άνδρα και κατακερματισμός DNA σπέρματος
Η διερεύνηση δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στη γυναίκα. Το ιατρικό ιστορικό του άνδρα, το κάπνισμα, η ηλικία, η παχυσαρκία, η χρήση αναβολικών, ο υψηλός πυρετός, οι εκθέσεις και η πιθανή υπογονιμότητα έχουν σημασία. Όταν υπάρχει δυσκολία σύλληψης, το σπερμοδιάγραμμα και η ανδρολογική εκτίμηση μπορεί να είναι απαραίτητα.
Για τον κατακερματισμό του DNA των σπερματοζωαρίων, οι οδηγίες διαφέρουν. Η ASRM και η ESHRE επιτρέπουν να εξεταστεί σε ανεξήγητες επαναλαμβανόμενες αποβολές ή όταν συνυπάρχει υπογονιμότητα, αλλά τονίζουν ότι δεν είναι σαφές ποια μέθοδος είναι η καλύτερη ούτε αν μια παρέμβαση βελτιώνει τελικά τις γεννήσεις. Η RCOG δεν τον συνιστά ως εξέταση ρουτίνας εκτός ερευνητικού πλαισίου. Συνεπώς, ένα αποτέλεσμα χωρίς ανδρολογική αξιολόγηση δεν πρέπει να οδηγεί μόνο του σε θεραπεία ή σε ICSI.
Πίνακας: τι εξετάζεται, πότε και γιατί
Εξέταση | Πότε έχει ένδειξη | Τι μπορεί να αλλάξει | Βασική επιφύλαξη |
Γενετική ανάλυση υλικού αποβολής | Να συζητείται από τη δεύτερη απώλεια, όταν υπάρχει κατάλληλο δείγμα | Εξηγεί ανευπλοειδία και κατευθύνει τα επόμενα βήματα | Δεν δίνει πάντα αποτέλεσμα· πιθανή μητρική επιμόλυνση |
Έλεγχος κοιλότητας/ανατομίας μήτρας | Στον βασικό έλεγχο επαναλαμβανόμενων ή ανεξήγητων απωλειών | Εντοπίζει διάφραγμα, πολύποδα, ινομύωμα ή συμφύσεις | Δεν χρειάζεται κάθε εύρημα χειρουργείο |
Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα | Μετά από επαναλαμβανόμενες απώλειες, ανάλογα με τα κριτήρια και το ιστορικό | Μπορεί να τεκμηριώσει APS, για το οποίο υπάρχει θεραπεία | Η διάγνωση δεν τίθεται με μία μόνο θετική τιμή |
TSH ± anti-TPO | Σύμφωνα με το ιστορικό· ESHRE/RCOG τα προτείνουν ευρύτερα | Ανιχνεύει θυρεοειδική νόσο που χρειάζεται ρύθμιση | Θετικά anti-TPO με φυσιολογική λειτουργία δεν σημαίνουν αυτόματα θεραπεία |
Καρυότυπος ζεύγους | Παθολογικό αποτέλεσμα στο υλικό, μη διαθέσιμο δείγμα ή ύποπτο ιστορικό | Οδηγεί σε γενετική συμβουλευτική και επιλογές αναπαραγωγής | Δεν είναι απαραίτητα πρώτη εξέταση για όλους |
HbA1c / προλακτίνη | Όταν υπάρχουν αντίστοιχοι παράγοντες κινδύνου ή συμπτώματα | Εντοπίζει θεραπεύσιμη μεταβολική ή ορμονική διαταραχή | Όχι ως αδιάκριτο «ορμονικό πακέτο» |
Βιοψία για χρόνια ενδομητρίτιδα | Επιλεγμένες ανεξήγητες περιπτώσεις ή συνυπάρχουσα υπογονιμότητα | Μπορεί να τεκμηριώσει ενδομητρική φλεγμονή | Περιορισμένα δεδομένα για το όφελος της θεραπείας |
Κατακερματισμός DNA σπέρματος | Επιλεγμένες ανεξήγητες περιπτώσεις, ιδίως με υπογονιμότητα | Μπορεί να οδηγήσει σε ανδρολογική διερεύνηση | Δεν έχει καθιερωθεί ως καθολικός έλεγχος και δεν εγγυάται αποτελεσματική θεραπεία |
Εξετάσεις που συνήθως δεν έχουν θέση στον έλεγχο ρουτίνας
Μια εξέταση μπορεί να είναι διαθέσιμη στην αγορά χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι βοηθά στη συγκεκριμένη κλινική κατάσταση. Οι παρακάτω έλεγχοι δεν συνιστώνται αδιάκριτα σε κάθε γυναίκα ή ζευγάρι με επαναλαμβανόμενες αποβολές:
Κληρονομική θρομβοφιλία και MTHFR Factor V Leiden, μετάλλαξη προθρομβίνης, πρωτεΐνες C και S, αντιθρομβίνη, ομοκυστεΐνη και MTHFR δεν αποτελούν συνιστώμενο πακέτο ρουτίνας για πρώιμες επαναλαμβανόμενες αποβολές.
Η σύνδεση των κληρονομικών θρομβοφιλιών με τις αποβολές είναι ασθενής ή αβέβαιη και οι μελέτες δεν δείχνουν όφελος από προληπτικά αντιπηκτικά όταν δεν υπάρχει άλλη ένδειξη.
Εξαίρεση μπορεί να υπάρξει όταν υπάρχει προσωπικό ιστορικό φλεβικής θρόμβωσης, ισχυρό οικογενειακό ιστορικό ή απώλεια δεύτερου τριμήνου. Τότε ο έλεγχος γίνεται για τον συνολικό κίνδυνο θρόμβωσης και κύησης — όχι ως γενικός «έλεγχος αποβολών».
Ανοσολογικά τεστ και κύτταρα ΝΚ
Μετρήσεις κυττάρων φυσικών φονέων (NK) στο αίμα ή στο ενδομήτριο, HLA, κυτταροκίνες και ευρείες ανοσολογικές «υπογραφές» δεν έχουν επαρκή τυποποίηση και δεν μπορούν να προβλέψουν αξιόπιστα ποια γυναίκα θα ωφεληθεί από ανοσοθεραπεία. Για τον ίδιο λόγο, θεραπείες όπως ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη, intralipids ή κορτικοστεροειδή δεν πρέπει να χορηγούνται εμπειρικά.
Μικροβίωμα, μυκόπλασμα και ουρεόπλασμα
Ο έλεγχος του ενδομητρικού ή κολπικού μικροβιώματος, καθώς και μαζικά τεστ για μυκόπλασμα και ουρεόπλασμα, δεν έχουν αποδεδειγμένη αξία ως ρουτίνα στις επαναλαμβανόμενες αποβολές. Διαφορετικό είναι να υπάρχουν συμπτώματα ή συγκεκριμένη κλινική υποψία λοίμωξης, οπότε ο γιατρός επιλέγει τον κατάλληλο στοχευμένο έλεγχο.
AMH και «έλεγχος ωοθηκικής εφεδρείας»
Η αντιμυλλέριος ορμόνη (AMH) εκτιμά κυρίως την ποσότητα των διαθέσιμων ωοθυλακίων και την πιθανή ανταπόκριση σε διέγερση. Δεν μετρά άμεσα την ποιότητα των ωαρίων και δεν εξηγεί από μόνη της μια αποβολή. Η ASRM δεν συνιστά εξέταση ωοθηκικής εφεδρείας ως ρουτίνα αποκλειστικά για επαναλαμβανόμενες αποβολές. Η AMH μπορεί να είναι χρήσιμη όταν συνυπάρχει υπογονιμότητα ή σχεδιάζεται υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.
Τεστ «δεκτικότητας» ενδομητρίου
Τα εμπορικά τεστ που επιχειρούν να ορίσουν ένα εξατομικευμένο «παράθυρο εμφύτευσης» δεν αποτελούν τεκμηριωμένη εξέταση για επαναλαμβανόμενες αποβολές. Η αποβολή μετά την εμφύτευση δεν είναι το ίδιο κλινικό πρόβλημα με την αποτυχία εμφύτευσης.
Χρειάζεται εξωσωματική ή PGT-A μετά από επαναλαμβανόμενες αποβολές;
Όχι αυτομάτως. Ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος για ανευπλοειδίες (PGT-A) μπορεί να μειώσει τη μεταφορά εμβρύων που είναι χρωμοσωμικά μη φυσιολογικά, αλλά προϋποθέτει εξωσωματική γονιμοποίηση, βιοψία εμβρύων και επιπλέον κόστος. Κυρίως, δεν δημιουργεί περισσότερα χρωμοσωμικά φυσιολογικά έμβρυα.
Σύμφωνα με την ASRM, σε ζευγάρια με επαναλαμβανόμενες αποβολές το PGT-A δεν έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει το ποσοστό γέννησης ή ότι μειώνει τον χρόνο μέχρι μια επιτυχημένη εγκυμοσύνη σε σύγκριση με την προσπάθεια φυσικής σύλληψης και παρακολούθησης. Μπορεί να συζητηθεί εξατομικευμένα, για παράδειγμα μετά τα 40 και ύστερα από τεκμηριωμένη ανευπλοειδική απώλεια, με καθαρή παρουσίαση των ορίων του.
Αν ένας γονέας φέρει ισορροπημένη χρωμοσωμική αναδιάταξη, το διαφορετικό τεστ PGT-SR μπορεί να αποτελέσει επιλογή. Και πάλι, η γενετική συμβουλευτική πρέπει να συγκρίνει αυτή τη διαδρομή με τη φυσική σύλληψη και τον προγεννητικό έλεγχο — όχι να παρουσιάζει την εξωσωματική ως μονόδρομο.
Τι γίνεται όταν όλες οι εξετάσεις είναι φυσιολογικές;
Σε πολλές περιπτώσεις δεν εντοπίζεται μία μοναδική αιτία. Ο όρος «ανεξήγητες επαναλαμβανόμενες αποβολές» δεν σημαίνει ότι η εμπειρία δεν είναι πραγματική ή ότι «είναι όλα ψυχολογικά». Σημαίνει ότι, με τα σημερινά τεκμηριωμένα εργαλεία, δεν βρέθηκε παράγοντας που να εξηγεί με βεβαιότητα τις απώλειες και να οδηγεί σε θεραπεία αποδεδειγμένου οφέλους.
Η πρόγνωση συχνά παραμένει καλύτερη από όσο φοβάται το ζευγάρι. Η ASRM αναφέρει ότι περίπου 50%–80% των ανθρώπων με επαναλαμβανόμενες αποβολές θα έχουν επιτυχή επόμενη κύηση χωρίς ειδική παρέμβαση. Το εύρος είναι μεγάλο επειδή η πραγματική πιθανότητα εξαρτάται κυρίως από την ηλικία, τον αριθμό και το είδος των προηγούμενων απωλειών, τα γενετικά αποτελέσματα και το συνολικό ιστορικό. Δεν είναι προσωπική πρόβλεψη ούτε εγγύηση.
Η τεκμηριωμένη υποστηρικτική φροντίδα περιλαμβάνει σαφές πλάνο για την επόμενη θετική χοριακή, έγκαιρη υπερηχογραφική παρακολούθηση όταν ενδείκνυται και αναγνώριση της ψυχικής επιβάρυνσης. Ο κίνδυνος κατάθλιψης, άγχους και μετατραυματικού στρες είναι αυξημένος και αφορά συχνά και τον σύντροφο. Η ψυχολογική υποστήριξη δεν αντικαθιστά τον ιατρικό έλεγχο· είναι μέρος της φροντίδας.
Η προγεστερόνη επίσης δεν είναι «εξέταση» ούτε καθολική λύση. Με βάση μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη και τις οδηγίες, μπορεί να συζητηθεί όταν υπάρχει αιμορραγία στην αρχή νέας κύησης και ιστορικό προηγούμενων αποβολών. Η απόφαση, η μορφή και η διάρκεια της αγωγής ανήκουν στον θεράποντα γιατρό.
Πώς να προετοιμαστείτε για το ραντεβού
Ένα οργανωμένο ιστορικό είναι συχνά πιο χρήσιμο από ακόμη μία αιμοληψία. Πριν από το ραντεβού, συγκεντρώστε:
• τις ημερομηνίες και την εβδομάδα κάθε κύησης και απώλειας,
• τιμές β-χοριακής, υπερηχογραφήματα και ιστολογικά αποτελέσματα,
• οποιοδήποτε γενετικό αποτέλεσμα από το υλικό της αποβολής,
• λίστα φαρμάκων και συμπληρωμάτων και των δύο συντρόφων,
• ιστορικό θρόμβωσης, αυτοάνοσου νοσήματος, θυρεοειδούς ή διαβήτη,
• οικογενειακό ιστορικό αποβολών, συγγενών ανωμαλιών ή χρωμοσωμικής πάθησης,
• πληροφορίες για τον κύκλο, προηγούμενες γεννήσεις και τη διάρκεια προσπαθειών σύλληψης.
Οκτώ χρήσιμες ερωτήσεις προς τον γιατρό σε ραντεβού για επαναλαμβανόμενες αποβολές
1. Με βάση τη δική μας ηλικία και το ιστορικό, ποιες είναι οι πιθανότερες εξηγήσεις;
2. Μπορεί να εξεταστεί γενετικά το υλικό σε ενδεχόμενη νέα απώλεια και πώς οργανώνεται η συλλογή;
3. Ποια μέθοδος είναι καταλληλότερη για τον έλεγχο της κοιλότητας της μήτρας;
4. Πληρούμε ένδειξη για πλήρη έλεγχο αντιφωσφολιπιδικού συνδρόμου;
5. Ποιες εξετάσεις προτείνετε λόγω συγκεκριμένου ευρήματος στο ιστορικό μας;
6. Αν μια εξέταση βγει θετική, αλλάζει πράγματι τη θεραπεία ή την πρόγνωση;
7. Ποιο είναι το πλάνο από την επόμενη θετική β-χοριακή και πότε θα γίνει ο πρώτος υπέρηχος;
8. Ποια είναι η ρεαλιστική πιθανότητα γέννησης με φυσική προσπάθεια και τι επιπλέον προσφέρει η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή στη δική μας περίπτωση;
Το συμπέρασμα
Ο σωστός έλεγχος για επαναλαμβανόμενες αποβολές δεν είναι ίδιος για όλους. Η γενετική ανάλυση της κύησης, ο έλεγχος της μήτρας και η στοχευμένη διερεύνηση του αντιφωσφολιπιδικού συνδρόμου βρίσκονται στον πυρήνα της σύγχρονης προσέγγισης. Ο θυρεοειδής, ο μεταβολικός έλεγχος, ο καρυότυπος των γονέων, η χρόνια ενδομητρίτιδα και ο ανδρικός παράγοντας αξιολογούνται ανάλογα με τα δεδομένα κάθε ζευγαριού.
Το πιο αξιόπιστο ερώτημα πριν από κάθε εξέταση είναι απλό: «Αν το αποτέλεσμα είναι θετικό ή αρνητικό, τι θα αλλάξει στην απόφασή μας;» Αν δεν υπάρχει σαφής απάντηση, η εξέταση πιθανόν δεν πρέπει να προηγείται των βασικών, τεκμηριωμένων βημάτων.
Ιατρική επισήμανση: Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη αξιολόγηση από μαιευτήρα-γυναικολόγο, ειδικό αναπαραγωγής, γενετιστή ή αιματολόγο. Η αιμορραγία ή ο έντονος πόνος σε πιθανή ή επιβεβαιωμένη κύηση χρειάζονται άμεση ιατρική εκτίμηση. Μην ξεκινάτε ή διακόπτετε ασπιρίνη, ηπαρίνη, ορμόνες ή άλλη αγωγή χωρίς τον θεράποντα γιατρό.
Συχνές ερωτήσεις για τις επαναλαμβανόμενες αποβολές
Μετά από πόσες αποβολές πρέπει να ξεκινήσει ο έλεγχος;
Η ASRM και η ESHRE θεωρούν εύλογη την αξιολόγηση μετά από δύο απώλειες. Η RCOG χρησιμοποιεί τρεις ως τυπικό ορισμό, αλλά δέχεται ευρύτερο έλεγχο μετά τις δύο όταν το ιστορικό είναι ύποπτο. Η ηλικία, η εβδομάδα της απώλειας, τα γενετικά αποτελέσματα και το ιατρικό ιστορικό επηρεάζουν την απόφαση.
Μετρά μια βιοχημική κύηση ως αποβολή;
Στη νεότερη οδηγία της ASRM, ναι: μια κύηση που επιβεβαιώθηκε με θετική β-χοριακή μπορεί να συνυπολογιστεί, ακόμη και χωρίς υπερηχογραφική εικόνα. Ο γιατρός πρέπει παράλληλα να αποκλείσει, όταν χρειάζεται, εξωμήτρια κύηση ή άλλη ειδική κατάσταση.
Πρέπει να κάνω πλήρη έλεγχο θρομβοφιλίας;
Όχι ως ρουτίνα. Ο έλεγχος για αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο μπορεί να έχει σαφή ένδειξη. Οι εξετάσεις κληρονομικής θρομβοφιλίας χρειάζονται κυρίως όταν υπάρχει προσωπικό ή ισχυρό οικογενειακό ιστορικό θρόμβωσης ή ειδικά χαρακτηριστικά, όπως απώλεια δεύτερου τριμήνου.
Η μετάλλαξη MTHFR εξηγεί τις αποβολές;
Δεν θεωρείται τεκμηριωμένη αιτία που να δικαιολογεί έλεγχο ρουτίνας ή αντιπηκτική θεραπεία. Μεγάλες κατευθυντήριες οδηγίες δεν συνιστούν εξέταση MTHFR στο συνηθισμένο πακέτο διερεύνησης επαναλαμβανόμενων αποβολών.
Χρειάζεται εξέταση για κύτταρα NK;
Όχι στην καθημερινή κλινική πράξη. Δεν υπάρχουν επαρκώς τυποποιημένες τιμές ούτε αποδεδειγμένος τρόπος να χρησιμοποιηθεί το αποτέλεσμα για επιλογή αποτελεσματικής θεραπείας.
Πρέπει να κάνουν καρυότυπο και οι δύο σύντροφοι;
Όχι πάντα ως πρώτο βήμα. Η ένδειξη είναι ισχυρότερη όταν το υλικό αποβολής δείχνει δομική χρωμοσωμική ανωμαλία, όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο γενετικό αποτέλεσμα ή όταν το οικογενειακό και αναπαραγωγικό ιστορικό αυξάνει την υποψία.
Μειώνει το PGT-A τις επαναλαμβανόμενες αποβολές;
Μπορεί να μειώσει τη μεταφορά ανευπλοειδικών εμβρύων, αλλά δεν έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει συνολικά τις γεννήσεις ή συντομεύει τον χρόνο μέχρι μια επιτυχημένη κύηση σε όλα τα ζευγάρια με επαναλαμβανόμενες αποβολές. Η αξία του εξαρτάται από την ηλικία, τα ωοθηκικά αποθέματα, το ιστορικό και τις προτεραιότητες του ζευγαριού.
Υπάρχει πιθανότητα επιτυχούς εγκυμοσύνης αν δεν βρεθεί αιτία;
Ναι. Πολλά ζευγάρια με ανεξήγητες επαναλαμβανόμενες αποβολές αποκτούν παιδί χωρίς ειδική θεραπεία. Η ASRM αναφέρει εύρος επιτυχίας 50%–80% στην επόμενη προσπάθεια, αλλά η προσωπική πρόγνωση πρέπει να υπολογίζεται με βάση την ηλικία και ολόκληρο το ιστορικό.
Επιστημονικός Υπεύθυνος ιστοσελίδας– ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΙΩΖΟΣ MRCOG – Μαιευτήρας – Χειρουργός Γυναικολόγος. Μέλος Βρετανικού Κολεγίου Μαιευτήρων Γυναικολόγων. Εξειδίκευση στην Υπογονιμότητα και στην Ανθρώπινη Αναπαραγωγή.
Βιβλιογραφία και επιστημονικές πηγές
Practice Committee of the American Society for Reproductive Medicine. Recurrent pregnancy loss: a committee opinion. Fertility and Sterility. 2026;125:1023–1041.
ESHRE Guideline Group on Recurrent Pregnancy Loss. Recurrent Pregnancy Loss: Guideline Update 2022. European Society of Human Reproduction and Embryology; 2023.
Regan L, Rai R, Saravelos S, Li TC; Royal College of Obstetricians and Gynaecologists. Recurrent Miscarriage: Green-top Guideline No. 17. BJOG. 2023;130:e9–e39. doi:10.1111/1471-0528.17515.
Quenby S, Gallos ID, Dhillon-Smith RK, et al. Miscarriage matters: the epidemiological, physical, psychological, and economic costs of early pregnancy loss. The Lancet. 2021;397:1658–1667. doi:10.1016/S0140-6736(21)00682-6.
Coomarasamy A, Devall AJ, Cheed V, et al. A Randomized Trial of Progesterone in Women with Bleeding in Early Pregnancy. New England Journal of Medicine. 2019;380:1815–1824. doi:10.1056/NEJMoa1813730.
Τελευταία επιστημονική επικαιροποίηση: 1 Σεπτεμβρίου 2026.

