Πως επηρεάζει η διάγνωση της υπογονιμότητας την ψυχική υγειά

Διάγνωση της υπογονιμότητας και επιπτώσεις στην ψυχική υγεία
Picture of ΜΑΝΤΩ ΛΙΩΝΗ

ΜΑΝΤΩ ΛΙΩΝΗ

Ψυχολόγος BSc MSc, Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια. Μέλος EFTA, Μέλος ESHRE.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), η Υπογονιμότητα αποτελεί ένα ζήτημα υγείας, το οποίο επηρεάζει χιλιάδες άτομα αναπαραγωγικής ηλικίας παγκοσμίως. Πρόκειται για ασθένεια του γυναικείου ή ανδρικού αναπαραγωγικού συστήματος, που ορίζεται από την αδυναμία επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από δώδεκα ή περισσότερους μήνες σεξουαλικών επαφών χωρίς μέσα προφύλαξης.

Αν θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε μια εικόνα, θα λέγαμε ότι η εμπειρία της υπογονιμότητας μοιάζει με πέρασμα μέσα από ένα ορμητικό ποτάμι. Ένα πέρασμα κακοτράχαλο, γεμάτο εμπόδια, που σε καλεί να επιστρατεύσεις όλες τις δυνάμεις σου για να φτάσεις στην αντίπερα όχθη.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα επιβαρυντική συνθήκη, αφού σύμφωνα με έρευνες, 6 στους 10 ανθρώπους απαντούν πως η διάγνωση της υπογονιμότητας έχει επηρεάσει την ψυχική τους υγεία. Μάλιστα, το βίωμα της υπογονιμότητας είναι τόσο έντονο, που τα άτομα που τη βιώνουν τη συγκρίνουν με την εμπειρία απώλειας αγαπημένων τους προσώπων, αλλά και με την εμπειρία ασθενειών όπως ο καρκίνος.

 

Ποιοι παράγοντες συμβάλλουν σε αυτό;

Η διάγνωση, συχνά, έχει απροσδόκητο χαρακτήρα, προκαλώντας έκπληξη και σοκ στο άτομο ή το ζευγάρι. Μπορεί κανείς να νιώθει έντονα συναισθήματα αδικίας και θυμού. «Γιατί σε εμένα;», «Είναι τόσο άδικο, κάνω τόσο υγιεινή ζωή!», «Η ξαδέλφη μου γιατί έμεινε έγκυος με την πρώτη προσπάθεια, ενώ εγώ δυσκολεύομαι;» είναι κάποιες σκέψεις που μπορεί να προκύψουν.

Παράλληλα με το αίσθημα αδικίας, φαίνεται πως συχνά αναπτύσσεται έντονα και το αίσθημα της απώλειας. Απώλειας της γονιμότητας, αλλά και ενός μέλλοντος όπως το έχει κανείς φανταστεί μέχρι τώρα. Πρόκειται για απώλειες που συχνά παραγνωρίζονται από την κοινωνία, αλλά στις οποίες χρειάζεται να δοθεί ο κατάλληλος χρόνος ώστε να βιωθούν. Στα πλαίσια αυτά, μπορεί κανείς να βιώσει έντονη θλίψη, πένθος, ματαίωση και ανησυχία για την έκβαση των προσπαθειών.

Πολύ συχνά, και κυρίως στους άνδρες, βλέπουμε – εσφαλμένα – να ταυτίζεται η υπογονιμότητα με τη σεξουαλικότητα. Πιθανές σκέψεις εδώ μπορεί να είναι: «Δεν είμαι αρκετά άντρας», «Δεν είμαι αρκετά γυναίκα», «Έχω κάποιο πρόβλημα μάλλον με τη σεξουαλικότητά μου», «Δεν μπορώ να ικανοποιήσω τον/την σύντροφό μου». Αυτές οι σκέψεις είναι άδικες και συχνά οδηγούν το άτομο στο να βιώνει ανασφάλεια και κρίση, τόσο στην αυτοπεποίθησή του, όσο και στη σεξουαλική του υπόσταση. Πολλές φορές, όλες αυτές οι σκέψεις μπορεί να οδηγήσουν σε αποχή από τη σεξουαλική δραστηριότητα ή σε προβλήματα στη σεξουαλική σχέση των συντρόφων.

Όπως γίνεται φανερό από τα παραπάνω, στην περίοδο αυτή πρωταγωνιστούν έντονα και δύσκολα συναισθήματα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο διάστημα ψυχικής ανισορροπίας, αλλά και σε επιβάρυνση των σχέσεων. Η σχέση με τον εαυτό, η συντροφική σχέση, αλλά και η σχέση με τον κοινωνικό περίγυρο μπορεί να κλονιστούν. Μπορεί κανείς να αισθάνεται ότι κανείς δεν τον καταλαβαίνει, ότι είναι μόνη/μόνος σε όλο αυτό ή ότι δεν λαμβάνει την υποστήριξη που χρειάζεται. Από την άλλη, μπορεί κάποιος να θέλει να απομονωθεί, με κίνδυνο να αποκοπεί από τον κοινωνικό περίγυρο.

 

Εσωτερικές Διεργασίες και Λήψη Αποφάσεων

Τελικά, το βίωμα της υπογονιμότητας καλεί σε έντονες εσωτερικές διεργασίες, σε διαπραγματεύσεις, αλλά και στην ανάγκη λήψης αποφάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, πολλά ζευγάρια μπορεί να καταλήξουν στην επιλογή της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, στην επιλογή της αναδοχής ή της τεκνοθεσίας, αλλά και στην απόφαση να ζήσουν μια ζωή χωρίς παιδιά.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως όλα τα παραπάνω συναισθήματα είναι λογικά και φυσιολογικά. Η κρίση της υπογονιμότητας, μέσω αυτών, μας προσκαλεί σε φροντίδα του εαυτού μας, σε φροντίδα του/της συντρόφου μας και σε φροντίδα των σχέσεών μας. Μάλιστα, η ταραχώδης αυτή περίοδος, εάν δουλευτεί κατάλληλα, μπορεί να μας ενδυναμώσει ως άτομο και ως ζευγάρι!

  • Το άτομο μπορεί να ανακαλύψει δυνάμεις και αποθέματα που δεν γνώριζε ότι διαθέτει, να αποκτήσει νέες γνώσεις για την αναπαραγωγική και ψυχική του υγεία, να θέσει νέες προτεραιότητες και – γιατί όχι; – να δώσει νέο νόημα στη ζωή του.
  • Το ζευγάρι μπορεί να βιώσει μια πιο βαθιά σύνδεση. Οι σύντροφοι μπορεί να αρχίσουν να εκφράζουν έντονα συναισθήματα αγάπης και ευγνωμοσύνης ο ένας προς τον άλλον για τη στάση και την υποστήριξη που λαμβάνουν.

Έτσι, η διάγνωση της υπογονιμότητας μπορεί να μετατραπεί σε μια ευκαιρία. Μια ευκαιρία ανακάλυψης και σύνδεσης. Μια ευκαιρία μεγαλώματος. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε:

«Δεν είμαστε αυτό που κάνει η ζωή σε εμάς, αλλά αυτό που κάνουμε εμείς με αυτό που μας φέρνει η ζωή!»

Insights

Σχετικά Άρθρα

Απώλεια βάρους πριν από την IVF: Τι δείχνουν οι μελέτες

ICSI σε όλους; Γιατί η μικρογονιμοποίηση δεν είναι πάντα καλύτερη

Επαναλαμβανόμενες αποβολές: Ποιες εξετάσεις έχουν πραγματική ένδειξη