Ας ξεκινήσουμε από την αρχή: για να δημιουργηθεί ένα έμβρυο που θα εξελιχθεί σε ένα υγιές μωρό, χρειάζεται γενετικό υλικό από δύο άτομα.
Το 50% προέρχεται από το σπερματοωάριο και το άλλο 50% από το ωάριο. Ο συνδυασμός αυτών των δύο «δεξαμενών» γονιδίων καθορίζει αν το παιδί θα είναι αγόρι ή κορίτσι, ψηλό ή κοντό, με σγουρά ή ίσια μαλλιά, μπλε ή καστανά μάτια.
Ακούγεται απλό – αλλά η πραγματικότητα είναι λίγο πιο σύνθετη!
Μύθος 1: «Τα ωάρια και τα σπερματοζωάρια μεταφέρουν μόνο τα χαρακτηριστικά των γονιών»
Στην πραγματικότητα, κάθε σπερματοζωάριο και κάθε ωάριο κουβαλάει ένα μοναδικό μείγμα γονιδίων από ολόκληρη τη γενεαλογική γραμμή μας – όχι μόνο των γονιών μας, αλλά και των παππούδων, γιαγιάδων, θείων, ακόμα και πιο μακρινών προγόνων.
Αυτό σημαίνει πως το παιδί μπορεί να μοιάζει περισσότερο με έναν προπάππου ή μια θεία, παρά με τη μητέρα ή τον πατέρα του. Κάθε κύτταρο αναπαραγωγής είναι μοναδικό, γι’ αυτό και κάθε έμβρυο είναι ένα εντελώς καινούργιο μείγμα γενετικών οδηγιών.
Αν η φύση λειτουργούσε διαφορετικά, όλα τα παιδιά μιας οικογένειας θα ήταν ί-δια – κάτι που φυσικά δεν συμβαίνει. Ο τυχαίος συνδυασμός γονιδίων είναι αυτός που κάνει κάθε παιδί γενετικά ξεχωριστό.
Μύθος 2: «Στη δωρεά ωαρίων, η λήπτρια “φιλοξενεί” το ωάριο της δότριας»
Όχι ακριβώς. Το ωάριο της δότριας δεν “παραμένει” στη μήτρα – λειτουργεί μόνο ως «φορέας» των δικών του γονιδιακών οδηγιών.
Όταν το ωάριο και το σπερματοζωάριο ενωθούν, δημιουργείται ένα νέο σύνολο γενετικού υλικού: ένα τελείως νέο κύτταρο ζωής. Από αυτό ξεκινά η ανάπτυξη του εμβρύου, το οποίο διπλασιάζει συνεχώς τα κύτταρά του μέχρι να φτάσει στο στάδιο της βλαστοκύστης – τη βάση ενός νέου ανθρώπου.
Αυτό το μικρό έμβρυο είναι που εμφυτεύεται στη μήτρα της γυναίκας που θα κυοφορήσει το παιδί. Το ωάριο της δότριας έχει ήδη ολοκληρώσει το ρόλο του.
Μύθος 3: «Η μήτρα είναι απλώς μια “θερμοκοιτίδα” που φιλοξενεί το έμβρυο»
Αυτό είναι ίσως ο πιο διαδεδομένος – και πιο λανθασμένος – μύθος.
Η μήτρα δεν είναι απλώς ένας χώρος φιλοξενίας. Είναι ένα δυναμικό, ζωντανό περιβάλλον που “χτίζει” κυριολεκτικά το σώμα του μωρού. Το έμβρυο χρησιμοποιεί τα θρεπτικά συστατικά, τις πρωτεΐνες, το ασβέστιο και τα μέταλλα που του παρέχει το σώμα της εγκύου για να αναπτυχθεί. Ο πλακούντας, που το συνδέει με τη μητέρα, δημιουργείται από ιστούς της μήτρας της.
Κάθε κύτταρο του μωρού σχηματίζεται μέσα από το σώμα της γυναίκας που το κυοφορεί.
Γι’ αυτό λέμε ότι η μητέρα είναι «βιολογική» – όχι απλώς επειδή κυοφορεί, αλλά επειδή το σώμα της συμμετέχει ενεργά στην ανάπτυξη του παιδιού.
Τελικά, τι σημαίνει αυτό για τη μητέρα;
Καμία εγκυμοσύνη, είτε προκύπτει από αυτόλογο ωάριο είτε από δωρεά, δεν κάνει το παιδί “λιγότερο δικό σας”.
Μπορεί τα γονίδια να ξεκινούν την ιστορία, αλλά το περιβάλλον της μήτρας και η επίδραση της μητέρας γράφουν τη συνέχεια.
Οι επιστήμονες γνωρίζουν σήμερα ότι τα γονίδια μπορούν να «ενεργοποιούνται» ή να «σιωπούν» ανάλογα με τα σήματα που λαμβάνουν από το σώμα της μητέρας. Έτσι, το περιβάλλον που προσφέρει μια γυναίκα στην εγκυμοσύνη διαμορφώνει τον τρόπο που το παιδί της θα αναπτυχθεί.
Με λίγα λόγια:
Μπορεί το γενετικό υλικό να δίνει την αφετηρία, αλλά η επίδραση της μητέρας είναι αυτή που δημιουργεί τη ζωή.
Υστεροσαλπιγγογραφία είναι ένας τύπος ακτινογραφίας που χρησιμοποιείται για την απεικόνιση των αναπαραγωγικών οργάνων της γυναίκας, προκειμένου να βοηθήσει στη διάγνωση πιθανών προβλημάτων που μπορεί να ευθύνονται για υπογονιμότητα.
Έχει επίσης αποδειχθεί ότι μπορεί να έχει κάποια θετική επίδραση σε γυναίκες με υπογονιμότητα στις οποίες το αίτιο υπογονιμότητας είναι οι βουλωμένες σάλπιγγες, καθώς υποτίθεται ότι το σκιαγραφικό μέσο που εισάγεται στη μήτρα φτάνοντας μέχρι τις σάλπιγγες μπορεί να βοηθήσει σε περιπτώσεις απόφραξής τους.
Νέα έρευνα έρχεται να καταρρίψει αυτή τη θεωρία.
Η μελέτη, που διεξήχθη στην Δανία, μελέτησε 577 γυναίκες με υπογονιμότητα στις οποίες έγινε υστεροσαλπιγγογραφία. Διαπίστωσαν ότι η εξέταση δεν είχε καμιά θετική επίδραση στη γονιμότητα τους ή στον χρόνο που χρειάστηκαν για να συλλάβουν μετά την εξέταση.
Η Danah Kamphuis, υποψήφια διδάκτωρ στο Ιατρικό κέντρο του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ στην Ολλανδία, αναφέρει ότι τα ευρήματα της μελέτης δεν ακυρώνουν την αξία της εξέτασης, όμως αυτή δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως θεραπεία βελτίωσης της γονιμότητας.
Εφόσον κατά τη διάρκεια υστεροσαλπιγγογραφίας διαγνωστούν βουλωμένες σάλπιγγες, υπάρχουν εξειδικευμένοι τρόποι αντιμετώπισης, ενώ στις δύσκολες περιπτώσεις η εξωσωματική γονιμοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε εγκυμοσύνη.